Κύπρος 1974: Το άλυτο Κυπριακό, 44 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή

 Η 20η Ιουλίου 1974 αποτελεί την πιο τραγική σελίδα στην σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και του Ελληνισμού γενικότερα. Αυτή την μέρα, πριν από 44 χρόνια, η Τουρκία, με αποβατικές και αεροπορικές επιχειρήσεις εισέβαλε στο νησί της «Αφροδίτης», σπέρνοντας το θάνατο και την καταστροφή.

Ήταν 05.30 το πρωί, όταν άρχισε η απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην παραλία «πέντε μίλι» της Κερύνειας. Η Τουρκία, της οποίας τότε πρωθυπουργός ήταν ο Μπουλέντ Ετζεβίτ , είχε δώσει στην εισβολή την κωδική ονομασία «Αττίλας». Το σύνθημα για την έναρξη της εισβολής ήταν: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές».

Για την εισβολή στην Κύπρο, την οποία βάφτισε «ειρηνευτική επιχείρηση», η Τουρκία χρησιμοποίησε ως πρόσχημα το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών και των συνεργατών της στο νησί, που είχε γίνει στις 15 Ιουλίου 1974. Η ‘Αγκυρα ισχυρίστηκε ότι ήθελε δήθεν να «αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη», που ανέτρεψε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.

Η Βρετανία ως εγγυήτρια (μαζί με την Ελλάδα και την Τουρκία), δύναμη της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, και οι ΗΠΑ έμειναν αδρανείς στην τουρκική εισβολή. Περίπου ανάλογη ήταν και η στάση της τότε ΕΣΣΔ, η οποία είχε αποτρέψει ανάλογο εγχείρημα της Τουρκίας δέκα χρόνια πριν.

Λόγω της ανάκλησης το 1967 από την χούντα των Αθηνών της Ελληνικής Μεραρχίας και του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου του 1974 η Κύπρος τις μέρες της εισβολής ήταν από στρατιωτικής άποψης μια ανοχύρωτη πολιτεία.

Ωστόσο, δεν έλειψαν πράξεις ηρωισμού από τους Ελληνοκυπρίους και Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς, και τους άνδρες της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ).

Οι πρώτοι νεκροί ήταν ο τότε υποπλοίαρχος του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού Ελευθέριος Τσομάκης, οι αξιωματικοί και οι ναύτες δυο παλιών τορπιλακάτων, που βγήκαν στα ανοικτά της Κερύνειας για να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό αποβατικό στόλο. Ο Ελευθέριος Τσομάκης στις 24 Ιουλίου 1974 θα αναχωρούσε από την Κύπρο, γιατί τέλειωνε η θητεία του στο νησί.

Κατά την επιχείρηση «ΝΙΚΗ», η οποία έγινε την νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου 1974 για την αποστολή ενισχύσεων στην Κύπρο με 15 αεροπλάνα, τύπου Noratlas, της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, βρήκαν τραγικό θάνατο, χωρίς να προλάβουν να πολεμήσουν τους Τούρκους εισβολείς, τέσσερις αεροπόροι και 28 καταδρομείς, οι οποίοι επέβαιναν στο αεροσκάφος με την κωδική ονομασία «ΝΙΚΗ-4». Το αεροσκάφος , με κυβερνήτη τον επισμηναγό Βασίλη Παναγόπουλο, κατέρριψε από λάθος η κυπριακή αεράμυνα. Σώθηκε από θαύμα μόνο ο καταδρομέας Θανάσης Ζαφειρίου, ο οποίος πήδηξε, χωρίς αλεξίπτωτο, λίγο πριν την συντριβή του. Ο Ζαφειρίου, ανάπηρος στο ένα πόδι, έφυγε από την ζωή στην Θεσσαλονίκη πριν από δύο χρόνια.

Από τα άλλα 14 αεροσκάφη το ένα, αν και ήρθε στην Κύπρο, δεν προσγειώθηκε για άγνωστους λόγους. Τα άλλα, πλην τριών («ΝΙΚΗ 3, 6 και 12»), προσγειώθηκαν, αποβίβασαν τους καταδρομείς και επέστρεψαν στην Ελλάδα.

Τα «ΝΙΚΗ 3, 6 και 12» προσγειώθηκαν μεν, αλλά (τα δύο λόγω ζημιών και το άλλο λόγω έλλειψης καυσίμων) δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το «ΝΙΚΗ 6», που είχε βληθεί στην άτρακτο, είχε δύο νεκρούς και εννέα τραυματίες. Σύμφωνα με επίσημη εκδοχή τα τρία αεροσκάφη πυρπολήθηκαν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, 1974.

Η ΕΛΔΥΚ έδωσε άνισες μάχες στο αεροδρόμιο Λευκωσίας και στο στρατόπεδο της διοίκησης της στον Γερόλακο. Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ πολέμησαν, χωρίς κάλυψη από πυροβολικό και αεροπορία. Οι απώλειες πολλές… Μεταξύ των νεκρών και τότε λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρίες, πολέμησε με ένα πιστόλι εναντίον των τουρκικών αρμάτων. Χάρη στο σθένος των μαχητών της ΕΛΔΥΚ το αεροδρόμιο της Λευκωσίας και το στρατόπεδο βρίσκονται από το 1974 στην «νεκρή ζώνη» της Λευκωσίας.

Η τουρκική εισβολή πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη (20-23 Ιουλίου) καταλήφθηκε η επαρχία Κερύνειας και στήθηκε προγεφύρωμα με τον τουρκοκυπριακό θύλακο στο Κιόνελι της Λευκωσίας. Στην δεύτερη φάση (14-16 Αυγούστου) καταλήφθηκαν η Μόρφου και το μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας Αμμοχώστου. Η δεύτερη φάση της εισβολής άρχισε με την κατάρρευση, λόγω των απαράδεκτων αξιώσεων της Τουρκίας , των συνομιλιών στην Γενεύη. Από τότε ο τουρκικός στρατός κατέχει παράνομα περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περίπου 180 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους, οι νεκροί υπολογίζονται στις τέσσερις χιλιάδες και 1.619 δηλώθηκαν ως αγνοούμενα.

Η ‘Αγκυρα μετέφερε στο κατεχόμενο τμήμα, όπου διατηρεί περίπου 40 χιλιάδες στρατό, εποίκους από την Τουρκία και αλλοίωσε το δημογραφικό χαρακτήρα. Επίσης, τα ελληνικά τοπωνύμια αντικαταστάθηκαν με τουρκικά. Εκκλησίες, τόποι θρησκευτικής λατρείας και άλλα μνημεία πολιτισμού συλήθηκαν και λεηλατήθηκαν.

Από το 1975 άρχισαν συνομιλίες μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου για την εξεύρεση βιώσιμης και λειτουργικής λύσης του Κυπριακού. Στο πλαίσιο αυτό η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχτηκε τον οδυνηρό συμβιβασμό για λύση διζωνικής , δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση από την τουρκική πλευρά. Αντίθετα, στο κατεχόμενο τμήμα ανακηρύχθηκε η ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», την οποία αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία.

«Κομβική» στιγμή στην μακρόχρονη πορεία του άλυτου Κυπριακού προβλήματος ήταν το 2004 για δύο λόγους:

  1. Ο τότε γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν παρουσίασε ένα σχέδιο λύσης, το οποίο κρίθηκε ετεροβαρές από τους Ελληνοκυπρίους. Στα χωριστά δημοψηφίσματα οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το σχέδιο Ανάν με 75,83 %, ενώ οι Τουρκοκύπριοι τάχθηκαν υπέρ με ποσοστό 65%.
  2.  Η Κυπριακή Δημοκρατία, λίγο μετά το δημοψήφισμα, έγινε, χάρη στην σθεναρή θέση της Ελλάδας, πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αναστολή όμως του ευρωπαϊκού κεκτημένου για το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

Ελπίδες για λύση διαφάνηκαν πέρσι στην διάσκεψη, που συγκάλεσε στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας ο γ.γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, με την συμμετοχή του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, του Τουρκοκύπριου ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί, των υπουργών Εξωτερικών των Εγγυητριών (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία) Δυνάμεων και εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες καθόρισε έξι θεματικές ενότητες (Ασφάλεια-Εγγυήσεις, Ξένα Στρατεύματα, Εδαφικό, Περιουσιακό, Αποτελεσματική Συμμετοχή στην Διακυβέρνηση και Μεταχείριση Τούρκων υπηκόων) για να κινηθούν οι διαπραγματεύσεις, προκειμένου να επιτευχθεί πρόοδος ή/και συγκλίσεις.

Ειδικά για τις δύο πρώτες ενότητες, που για πρώτη φορά μπήκαν με την επιμονή του προέδρου Αναστασιάδη και της ελληνικής κυβέρνησης στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, ο γ.γ. του ΟΗΕ εισηγήθηκε:

« (α) Ασφάλεια και Εγγυήσεις:

Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα νέο καθεστώς ασφαλείας, και όχι την συνέχιση του παλιού. Νομίζω ότι χρειάζεται ο τερματισμός των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων και ο τερματισμός της Συνθήκης Εγγυήσεως.

Η παρούσα κατάσταση θα αντικατασταθεί από ένα σταθερό σύστημα ασφάλειας όπου ολόκληρη η Κύπρος και το σύνολο των Κυπρίων και από τις δύο κοινότητες θα αισθάνονται ασφαλείς μέσω ισχυρών μηχανισμών εφαρμογής και εποπτείας της λύσης που θα περιλαμβάνουν διεθνή διάσταση (ΟΗΕ / πολυμερές – διεθνές πλαίσιο / φιλικές χώρες). Οι σημερινές εγγυήτριες δυνάμεις δεν είναι σε θέση να εφαρμόζουν και να εποπτεύουν οι ίδιοι την εφαρμογή της λύσης.

(β) Ξένα Στρατεύματα:

Θα πρέπει να υπάρξει δραστική μείωση των στρατευμάτων από την πρώτη μέρα εφαρμογής της λύσης και στη συνέχεια ο αριθμός των δυνάμεων να μειωθεί στα επίπεδα του 1960, ενώ ταυτόχρονα να συμφωνηθεί το χρονοδιάγραμμα αποχώρησης και οι μηχανισμοί εποπτείας.

Αναφορικά με τη ρήτρα λήξης της παραμονής των στρατευμάτων έναντι της ρήτρας αναθεώρησης, αυτό θα πρέπει να συζητηθεί με τη συμμετοχή των Πρωθυπουργών των τριών εγγυητριών δυνάμεων».

Ο Πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης σε ένδειξη καλής θέλησης υπέβαλε, με την προϋπόθεση της κατάργησης των Εγγυήσεων, της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ικανοποιητικών εδαφικών αναπροσαρμογών, γραπτώς προτάσεις , που αντιμετώπιζαν τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, κυρίως στο θέμα της Αποτελεσματικής Συμμετοχής στην Διακυβέρνηση.

Στις 7 Ιουλίου 2017, η διαπραγμάτευση στο Κραν Μοντανά οδηγήθηκε σε πλήρες αδιέξοδο , λόγω της τουρκικής (Τσαβούσογλου- Ακιντζί) αδιαλλαξίας, ιδιαίτερα στα θέματα των Εγγυήσεων και της απόσυρσης των στρατευμάτων κατοχής.

Στον ένα χρόνο, που διέρρευσε, δεν έγιναν διαπραγματεύσεις, ενώ από τουρκικής πλευράς γίνεται λόγος για λύση συνομοσπονδίας ή «δύο κρατών». Επίσης, η ‘Αγκυρα με παράνομες ενέργειες αμφισβητεί την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και το δικαίωμά της να κάνει έρευνες για υδρογονάνθρακες.

Ενώπιον αυτής της κατάστασης ο γ.γ. του ΟΗΕ ζήτησε πρόσφατα από την Αμερικανίδα διπλωμάτη, Τζέιν Χολ Λουτ, να διεξάγει διαβουλεύσεις με τα εμπλεκόμενα μέρη στο Κυπριακό. H κ. Λουτ την ερχόμενη Δευτέρα θα βρίσκεται στην Λευκωσία και θα έχει χωριστές συναντήσεις με τον Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί. Επίσης, θα επισκεφθεί Αθήνα, ‘Αγκυρα, Λονδίνο και Βρυξέλλες. Με την ολοκλήρωση της περιοδείας της θα υποβάλει έκθεση στον γ.γ. του ΟΗΕ, ο οποίος θα έχει και τον τελευταίο λόγο για το κατά πόσον είναι κατάλληλες οι συνθήκες επανάληψης των διαπραγματεύσεων και σύγκλησης νέας διάσκεψης για το Κυπριακό, η οποία να έχει τα εχέγγυα επιτυχίας.

Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Εκτιμάται ότι η ‘Αγκυρα, λόγω και της συνεργασίας Ερντογάν-Μπαχτσελί, είναι απίθανο να στέρξει σε κατάργηση των Εγγυήσεων, απόσυρση του τουρκικού στρατού από την Κύπρο και ικανοποιητικές εδαφικές αναπροσαρμογές, θέματα ζωτικής σημασίας για τους Ελληνοκυπρίους.

Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ